Κοιτάζω τον ήλιο
και οι κόρες μου γίνονται στενές πύλες,
φρουροί μπροστά σε χρυσή πλημμύρα.
Το φως στάζει πυρωμένο μέλι
πάνω στον αμφιβληστροειδή,
ενώ οι σκέψεις κινδύνου
τρέμουν μέσα στο κρανίο-
μικρό πουλί παγιδευμένο
σε καμπάνα φωτιάς.
Η λάμψη επιμένει,
χαράζει σύμβολα από λευκό πυρ
στο εσωτερικό του σκοταδιού,
και τα δάκρυα κυλούν
ως υγρές υπογραφές της έντασης.
Κλείνω τα μάτια,
αφήνοντας σκιές και εκρήξεις να χορέψουν
πίσω από το κόκκινο πέπλο.
Ο κόσμος επιστρέφει αργά.
Το περίγραμμα είναι πιο καθαρό.
Τελικά είμαι ευγνώμων
που τα μάτια μου έμαθαν
το βάρος της λάμψης.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου


