Ήθελα τη δουλειά του φύλακα αγγέλου.
Πίστευα πως γεννήθηκα γι’ αυτή.
Εγώ ξέρω πόσο ξενύχτησα
στέλνοντας βιογραφικά
σε ουρανούς με ατελείωτες ουρές
και σε προϊσταμένους
με αυστηρά φωτοστέφανα.
Η πρώτη ανάθεση ήρθε αθόρυβα.
Ένας άνθρωπος.
Τον έβλεπα από πάνω
να περπατάει στο έδαφος
με τις τσέπες γεμάτες από το αύριο
και το βλέμμα χωμένο στο χθες.
Οι οδηγίες ήταν λιτές:
«Πρόσεχέ τον.»
Η βάρδια κράτησε εποχές.
Κάθε συμβουλή μου επέστρεφε άθικτη,
με τη σφραγίδα του χρησιμοποιήτου,
και κάθε μου λέξη έβρισκε θέση
δίπλα στα ξεχασμένα του κλειδιά.
Παράξενος άνθρωπος.
Ήρεμος όσο μια λίμνη
που κρατά στον βυθό της ολόκληρη καταιγίδα.
Με απόψεις ελαφριές όσο ο αέρας.
Η λάμψη μου έμενε σε αναμονή,
σαν κάποιος να ξέχασε
τον διακόπτη της αυγής κλειστό.
Αγαπούσε την ταχύτητα.
Διάλεγε κάψουλες και διαδρομές με αριθμούς
που ζάλιζαν τα ρολόγια.
Το μυαλό του, όμως,
έστηνε καρέκλα στο παρελθόν
και ζητούσε ακόμη έναν καφέ.
Έτσι, η υπηρεσία μου απέκτησε
δύο αντίθετες κατευθύνσεις.
Το ένα χέρι τραβούσε το φρένο,
ενώ το άλλο άνοιγε τον δρόμο.
Εγώ, από πάνω, έγραφα κύκλους.
Τον ίδιο κύκλο. Ξανά και ξανά.
Σταμάτησα να μετράω
κάπου μετά τον πεντακοσιοστό.
Ωραία γυμναστική
για όποιον διαθέτει φτερά.
Οι συνάδελφοί μου χαμογελούσαν.
«Τυχερή ανάθεση», έλεγαν.
Εκείνοι συνόδευαν εμπρηστές,
πειρατές συνειδήσεων,
ποιητές που ερωτεύονταν γκρεμούς,
βασιλιάδες της καταστροφής.
Εγώ κρατούσα συντροφιά
σε έναν άνθρωπο
που βούλιαζε αργά
μέσα στην ίδια του τη σκέψη.
Κάπου εκεί
άρχισα να ξεφυλλίζω τον εαυτό μου.
Η αρχική αίτηση εργασίας
δεν έμοιαζε γραμμένη από εμένα.
Κατέθεσα μετάθεση.
Το νέο τμήμα με υποδέχτηκε
με αξιοθαύμαστη κατανόηση.
Πλέον υπηρετώ
στο Τμήμα Χαμένων Καλτσών.
Οι φάκελοι είναι ελαφρύτεροι.
Οι εξαφανίσεις, τίμιες.
Και το καλύτερο:
Εδώ,
ό,τι χάνεται,
έχει την ευγένεια
να παραμένει χαμένο.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
