Wednesday, April 15, 2026

Για Πάντα Νέος


Ρευστά τα όρια και τα ίχνη σβησμένα

τίποτα δεν ανήκει

τίποτα δεν κρατιέται

όλα διαβαίνουν σαν φως στο νερό

και μένει μόνο η μεταβολή.

Ο πόνος υπήρξε σιωπηλή κατεργασία

λεπτή φθορά που καθαρίζει το σχήμα

μα πλέον, ο χρόνος,

σαν άμμος που κάποτε έφευγε

μέσα από τα δάχτυλά σου

επιστρέφει

και πλάθει πάλι το ίδιο υλικό.

Όλα αλλάζουν μορφή,

μα τίποτα δεν χάνεται.

Η μετατόπιση είναι γλυκιά

την ψηλαφίζεις μέσα στη σιωπή της αλλαγής

και δεν αντιστέκεσαι στη ροή της.

Εκεί όπου όλα σε διαπερνούν

και τίποτα δεν σε κρατά

είναι που θα μείνεις

για πάντα νέος.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου





Χωρίς Χρέος


Εαυτέ μου,

σου γράφω από μια απόσταση ήσυχη,

σχεδόν διάφανη.

Έφυγαν τα βάρη

που κάποτε έμοιαζαν αυτονόητα.

Τα άφησα πίσω.

Εξάλλου,

δεν μου ανήκαν ποτέ πραγματικά.

Η μέρα κυλά δίχως εντολές,

δίχως προσμονές.

Με κατευθύνει μόνο το φως

που απλώνεται στα δέντρα,

στη θάλασσα,

αδιάφορο και τέλειο

μέσα στην αδιαφορία του.

Εαυτέ μου,

σήμερα κανείς δεν περιμένει τίποτα από μένα.

Στον κενό αυτό χώρο

σήμερα αναπνέω

χωρίς να ζητήσω άδεια.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου





Η Επιστολή


Μιλάω σε εσένα, ξένε.

Σε εσένα που στέκεσαι απέναντι,

εσένα που έμαθες να κοιτάς

από τις γωνίες.


Βρίσκομαι στον δρόμο της αλήθειας

εκεί από όπου όλοι κάποτε περνούν.

Δεν έχουν τίποτα,

ούτε ρούχα,

ούτε τίτλους

ούτε τις μικρές τους

δακρύβρεχτες ιστορίες,

τσαλακωμένες σαν ένα μικρό πρόγραμμα

φτηνής θεατρικής παράστασης.


Στον δρόμο αυτόν, τα ψέματα χαράσσονται

στο δέρμα σου βαθιά,

μα και επιφανειακά.

Σε κόβουν ντελικάτα

σαν σελίδες βιβλίου

που γύρισες βιαστικά

ψάχνοντας να διαβάσεις

κάτι που πρόδωσες.


Και εσύ, ξένε,

πόσο επιμελώς έμαθες να προσποιείσαι

ότι δεν βλέπεις το αίμα.


Θα φύγεις κάποτε.

Μην κάνεις πως σε εκπλήσσει αυτό.

Όλοι φεύγουν με τον ίδιο τρόπο,

γυμνοί από εξηγήσεις

άδειοι από δικαιολογίες.


Θα θυμάσαι

όσα είπες

και όσα απέφυγες.


Μα θυμήσου

Εκείνους που σε σεβάστηκαν

Χωρίς να σε καταλάβουν,

Εκείνους που σε πρόδωσαν

Χωρίς να σε μισούν,

Εκείνους που σε πόνεσαν

Και σε έκαναν να πιστέψεις

Ότι αυτό είναι το μόνο αληθινό.


Και ναι,

ακόμα και εκείνους τους λίγους

που άγγιξαν τις πληγές σου

χωρίς να τις ανοίξουν περισσότερο.


Ξένε,

είσαι ήδη μέσα στη σκηνή.

Απλώς αρνείσαι

να μάθεις τα λόγια σου.


Μα το φως πέφτει

και όταν έρθει το δειλινό

δεν θα έχει μείνει πια τίποτα.

Μόνο εσύ, όπως ήσουν πάντα

χωρίς τη μάσκα σου

χωρίς τον ρόλο σου

χωρίς το ψέμα σου

να σε κρατάει ζεστό.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου



Ο Δρόμος των Εραστών


Τώρα, αντί για τα σύννεφα,

την έκανε να κοιτά τον ήλιο.

Το φως κόλλησε στα βλέφαρα

και κύλησε

ανάμεσα σε δέντρα

που γέρνουν προς το φως,

ανάμεσα σε φύλλα

που ψιθυρίζουν χαμηλά

και παίρνουν από τον άνεμο

κάθε ίχνος σκοτεινιάς.

Η ζεστασιά του χεριού του

πάνω από το δικό της,

μικρή πυρκαγιά

που δεν ζητά άδεια.

Φώτισε ήλιε

τον δρόμο των εραστών

και γράψε όνειρα στο πεζοδρόμιο,

να τα πατούν και να μην σβήνουν.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου



Άρτεμις


Σε κοιτώ, φεγγάρι του δειλινού,

καθώς χαράζεις με το φως σου

τη σιωπή μου.


Τόξο της Αρτέμιδος, τεντωμένο στον αέρα,

σου μιλώ με τα μάτια

για το ταξίδι που ξεκινάς.


Οι στιγμές κυλούν

σαν αστερόσκονη,

κι εσύ που βλέπεις, ξέρεις.


Η ύλη μας είναι ρευστή,

και όταν έρθει η στιγμή

ο χρόνος θα τη σκορπίσει

εκεί που δεν υπάρχει όνομα

παρά μόνο η ανάσα του απείρου.



Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου



Επιμενετέον


Κάτω από το φως του ήλιου

λύνει τα ξέμπλεκα μαλλιά της

μπούκλες πυρόξανθες

κάθε μία

με δική της κατεύθυνση.

Η χάρη της, άτακτη,

την κινεί μέσα στον αέρα

με μόνο εφόδιο

τον λόγο της -

λόγος γλυκός

πασπαλισμένος με ζάχαρη

για όσους ξεκλειδώνουν

την ευοσμία της ψυχής της.

Όποιος επιλέγει, ακολουθεί

τον δρόμο που χαράζει.

Όποιος διστάζει,

σιωπή τον περιμένει.

Η ζάχαρη εξαφανίζεται

και πίκρα γεννάται

στην ήσυχη φθορά του.

Με ήσυχο χαμόγελο

προχωρά

έχοντας στα μάτια της

το όραμα

του επιμενετέον.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου



Παιδί του Ουρανού


Γεννήθηκα στον Ουρανό,

γραφή μου ήταν οι γραμμές

που σχεδίαζα στα σύννεφα.


Πατέρας μου ο Άνεμος,

μου έμαθε την ανησυχία του ύψους,

την τέχνη της φυγής,

την επιμονή της πορείας.


Μητέρα μου η Γη,

μου έμαθε τη σιωπή που θρέφει,

τη βαρύτητα της υπομονής,

τα ριζώματα που πονούν

όταν αρνούνται να μείνουν.


Ένα κάλεσμα

υπήρχε πάντα εκεί

μα, χρόνο με τον χρόνο,

οι υποτιθέμενες ρίζες μου

αρχίζουν να φορούν ξένο χώμα.


Τώρα;

Παραμένω στο έδαφος

ψάχνοντας τον Ουρανό

σε βλέμματα που δεν με διαβάζουν,

σε χώρους που με κρατούν

δίχως να με αναγνωρίζουν.


Ο Ουρανός

πάντοτε με περιμένει.

Ζητά να δυναμώσουν

οι ώμοι μου σε φτερά,

να μάθω το βάρος του φωτός

πριν ανοίξει τις πύλες του.


Περίμενέ με, Ουρανέ.

Για εσένα καλλιεργώ

τις πιο καθαρές εκδοχές

του εαυτού μου,

κάθε μέρα,

ένα βήμα πιο κοντά

στην απογείωση.


Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου



Για Πάντα Νέος

Ρευστά τα όρια και τα ίχνη σβησμένα τίποτα δεν ανήκει τίποτα δεν κρατιέται όλα διαβαίνουν σαν φως στο νερό και μένει μόνο η μεταβολή. Ο πόνο...