την έκανε να κοιτά τον ήλιο.
Το φως κόλλησε στα βλέφαρα
και κύλησε
ανάμεσα σε δέντρα
που γέρνουν προς το φως,
ανάμεσα σε φύλλα
που ψιθυρίζουν χαμηλά
και παίρνουν από τον άνεμο
κάθε ίχνος σκοτεινιάς.
Η ζεστασιά του χεριού του
πάνω από το δικό της,
μικρή πυρκαγιά
που δεν ζητά άδεια.
Φώτισε ήλιε
τον δρόμο των εραστών
και γράψε όνειρα στο πεζοδρόμιο,
να τα πατούν και να μην σβήνουν.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
