Ήσουν εκεί.
Πάντα εκεί.
Με ένα ερώτημα πιο βαρύ απ’ το σώμα σου.
Έψαχνες
σε ράφια σκονισμένα,
σε προτάσεις που ακυρώθηκαν πριν ειπωθούν,
σε μονοπάτια που απέστρεφες χωρίς εξήγηση.
Το βρήκες τελικά;
Εκείνο που έμοιαζε να λείπει
απ’ όλα,
ακόμα κι όταν δεν έλειπε τίποτα.
Τράβηξες γραμμές σε χάρτες
που κανείς δεν χρησιμοποιεί.
Άνοιξες πόρτες που έλεγαν «μην ενοχλείτε».
Και κράτησες σημειώσεις
σε χαρτιά που δε διαβάζει κανείς... ούτε καν εσύ.
Το βρήκες τελικά;
Ή μήπως ήσουν τόσο απασχολημένος
με το να κοιτάς
πίσω απ’ το παραπέτασμα,
που ξέχασες να σταθείς;
Ο Ξένος σε χαιρέτησε.
Δεν απάντησες.
Έγραφες πάλι ερωτήσεις
σε μια σελίδα
που είχε ήδη γυρίσει
από εκείνον.
