Όταν έφυγε ο ενθουσιασμός,
τα χρώματα άρχισαν να ξεχνούν
τα ονόματά τους.
Το κόκκινο έγινε ένας λεκές,
το μπλε μια συνήθεια του αέρα,
κι ο κόσμος,
ένα ντεκουπάζ που σαπίζει αργά,
με τα κομμάτια του να αποκολλώνται
ένα προς ένα
από το χαρτόνι της επιθυμίας.
Κάπου εκεί,
μέσα στο στρώμα της μούχλας,
κοιμόταν μια νίκη
διπλωμένη προσεκτικά
μέσα στην ήττα.
Σαν πεινασμένα ζώα των βεβαιοτήτων,
κατασπάραξαν εκείνα που
ονόμασαν δικά τους.
Έπεσαν πάνω τους με δόντια και σημαίες,
με κτητικότητα και προσευχές,
μέχρι που δεν έμεινε τίποτα
να τους ανήκει.
Μόνο η χώνεψη.
Μα όταν η αίγλη του παράνομου
σηκώθηκε από το τραπέζι και έφυγε,
η πίκρα γέμισε το στόμα τους.
Αργή.
Υπομονετική.
Δίπλα στο χρυσό περιτύλιγμα
που απέμεινε μονάχο
θυμίζοντάς τους
πως το θαύμα πλέον τελείωσε.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου

