Carpe noctem, είχε διαβάσει,
«Άδραξε τη νύχτα».
Γέλασε πικρά,
η φωνή της ξεγλίστρησε
από την απλότητα της μορφής.
Η νύχτα τη φόβιζε.
Ήταν ψυχρή.
Δεν είχε δικό της σώμα,
μονάχα αντηχούσε
όσα η μέρα αποσιωπούσε.
Κι όμως,
νύχτα με τη νύχτα,
άφησε το σκοτάδι να την κυριεύσει.
Εκείνο της ψιθύριζε ιστορίες.
Μιλούσε σε μια γλώσσα
που μόνο εκείνη καταλάβαινε.
Την ερωτεύτηκε
όπως αγαπάς κάτι που σε αφανίζει.
Έγινε η νύχτα.
Το δέρμα της μύριζε ουρανό,
τα μάτια της κρατούσαν κόσμους
που φανέρωναν κατευθύνσεις χαμένες.
Οι σιωπές δεν την ακολουθούσαν πια
γιατί εκείνη
ήταν η ίδια η πηγή τους.
Carpe noctem,
είχε διαβάσει.
Κι ύστερα χάθηκε,
