Tuesday, July 22, 2025
Κρύβεται Μέσα Σου
Κρύβεται μέσα σου
σαν μια ήρεμη φλόγα
που δεν αφήνει τον άνεμο
να την κινήσει.
Η φωνή της είναι σιγανή
σε κάθε παύση της σκέψης σου.
Κάποιες στιγμές τη νιώθεις,
μια θαλπωρή,
όταν έρχεται σαν ήλιος
που τρυπάει τον χειμώνα σου.
Άλλες φορές,
σου δείχνει τα δόντια της.
Σε δαγκώνει από μέσα προς τα έξω,
γεμίζοντας το σώμα σου κενά,
καταδιώκοντάς σε
όταν αρνείσαι να τη δεις.
Μα όταν τη αγκαλιάσεις,
όταν πεις «ναι, υπάρχεις»,
σε ντύνει με λάμψη
και σε κάνει ολόκληρο.
Το όνομά της;
Ομορφιά.
Monday, July 21, 2025
Απ' το Χαρτί στο Άπειρο
Πήρε φτερά χαρισμένα,
φτιαγμένα από χαρτί.
Λευκά, εύθραυστα, υπάκουα.
Ψευδαίσθηση πτήσης
σε ουρανό ζωγραφισμένο
με κιμωλία.
Δεν υπήρχε άνεμος,
δεν πέταξε.
Το «γιατί» ζωγραφίστηκε στην όψη
καθώς κοίταζε τον ουρανό.
Αρνήθηκε να ξεχάσει.
Βούτηξε στη φωτιά,
το δέρμα ξεφλούδισε,
αφήνοντας πίσω
κάθε άγγιγμα και φόβο.
Τα φτερά έγιναν ατσάλι.
Κι έτσι πέρασε
πέρα απ' τη γραμμή,
εκεί όπου όρισε
τι θα πει ελευθερία.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Saturday, July 19, 2025
Ήλιος στο νησί
Ο ήλιος ανυψώνεται
σαν κρίση συνείδησης.
Τίποτα δεν ξεφεύγει
οι χαραμάδες φανερώνονται
τα βλέμματα αποκαλύπτονται.
Το νησί γυμνό,
χωρίς σκιά
να υπερασπιστεί το ψέμα.
Ό,τι ειπώθηκε
ξεδιπλώθηκε στα βράχια
σαν ένα παλιό γράμμα
χωρίς παραλήπτη.
Ο ιδρώτας είναι ομολογία,
το φως καταθέτει.
Ο ήλιος φανερώνει,
δεν φωνάζει.
Κι όσοι είπαν «ποτέ»,
κι όσοι έκρυψαν το «πάντα»,
μένουν τώρα με λέξεις
που κάηκαν στις άκρες.
Σ’ αυτήν την αλήθεια,
όλα λάμπουν πιο δυνατά.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Friday, July 18, 2025
Λάβα
Ήταν γυναίκα
που δεν γεννήθηκε,
ξεχύθηκε.
Ξέσπασε από σπλάχνα σκοτεινά,
φορώντας το θυμό της σαν βελούδο καυτό.
Έκαιγε χωρίς να ζητά συγγνώμη.
Δεν πλησίαζες... σε έλιωνε.
Δεν την ήξερες... σε τύλιγε.
Όσο πιο πολύ την φοβούνταν,
τόσο πιο όμορφη γινόταν.
Κι όσο πάγωνε,
τόσο σκλήραινε.
Ένα άγγιγμα την εποχή της θέρμης
ήταν υπόσχεση.
Μα ένα άγγιγμα μετά
ήταν τιμωρία.
Έπειτα, έγινε τοπίο.
Σχήμα της ίδιας της αντοχής.
Φτιαγμένη για να περπατoύν επάνω της
και ποτέ ξανά να μην τους καίει.
Αλλά βαθιά μέσα της,
το μάγμα ανασαίνει.
Και περιμένει.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Wednesday, July 2, 2025
Σιωπηλό Μέτρο
Φύτεψε το σπόρο
χωρίς τύμπανα.
Ό,τι ανθίζει
δεν ζητά χειροκρότημα.
Ο άνεμος δεν ρωτά
ποιο φύλλο αξίζει πιο πολύ
καθώς όλα κινούνται.
Μίλα με τα έργα σου.
Άσε τους άλλους
να σκοντάφτουν
Κύκλος Χωρίς Προορισμό
Άγγιξε την οθόνη.
Το παρελθόν δεν διαθέτει παλέτα.
Κατακάθεται στο λευκό,
προβολή αδιάφορη
στο άδειο σημείο της αντίφασης.
Ένα σκαλοπάτι, κι άλλο ένα
και το σύννεφο χάνει
τη βαρύτητα της βροχής.
Η πόρτα παραμένει
ένα σχήμα χωρίς προορισμό.
Ποιο δάχτυλο χάραξε πρώτο
τη γραμμή στη σκόνη;
Ποια βεβαιότητα έκλεισε τα μάτια;
Μια σκιά διαστέλλεται
πάνω σε κάτι που έχει σβήσει
μα συνεχίζει να παγιδεύει το βλέμμα
όπως ο ψίθυρος που αιωρείται
σε ναό χωρίς παρελθόν.
Άγγιξε την οθόνη.
Θα νιώσεις το φως, διαφανές και άδειο,
να σε διασχίζει.
Μια σκέψη σε μορφή σκάλας
διαπερνά το σώμα.
Κι όταν η πόρτα χάνεται μέσα στο άχρονο
το χτες υποχωρεί
σαν κάποιος που επιτέλους
Thursday, June 26, 2025
Καλοκαίρι για Κανέναν
Άνθιζε στη σκιά του ήλιου.
Ήταν εκείνη που δεν έβγαζε
το παλτό από πάνω της
ούτε όταν οι μέρες φλέγονταν.
Τον συνάντησε
μια μέρα με υπερβολικό ήλιο
απ’ αυτές που καίνε τα μάτια.
Την σκέπασε.
Όπως κάνει το σύννεφο με τον ήλιο
όταν τον αγαπά πολύ
για να τον αφήσει να καεί.
Αντάλλαξαν μόνο παύσεις.
Μία αδράνεια πιο γνώριμη
απ’ την πνοή του θέρους.
Την είδε
σαν χειμώνα
που δεν του είχε δοθεί ακόμα
η ευκαιρία να ανθίσει.
Κι έτσι, για πρώτη φορά,
το καλοκαίρι έγινε
η πιο ψυχρή τους εποχή.
Δύο χειμώνες
που δεν ζεστάθηκαν από τον ήλιο
μα τον βρήκαν
ο ένας στα μάτια του άλλου.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Λευκή Καύση
Η στάχτη δεν θυμάται το δέντρο
ούτε την ώρα της καύσης.
Στο κενό, οι μορφές χάνουν τα ονόματά τους
και οι ήχοι πέφτουν θραύσματα στο χώμα.
Ένα φως χωρίς κατεύθυνση
τρεμοπαίζει πίσω από τους καπνούς.
Οι κραυγές έγιναν αέρας,
οι υποσχέσεις αντανάκλαση
από παλιά κάτοπτρα.
Κάτι κινείται
με σκοπό να υπάρξει ξανά.
Η γη ανοίγει ρωγμές χωρίς θόρυβο
αφήνοντας χώρο για άγνωστο σπόρο.
Τα αόρατα χέρια
έχουν ήδη σπείρει την αναβολή
στο λίκνο των πιθανοτήτων -
κανείς δεν τις καλεί
μα έρχονται δίχως να γνωρίζουν
πού πηγαίνουν
ούτε ποιοι τις περιμένουν.
Κι όμως, η ανάσα αλλάζει ρυθμό.
Χωρίς μορφή, δίχως εντολή
αναδύεται εκείνο
που δεν πέθανε ποτέ.
Tuesday, June 24, 2025
Απών
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα, τόσο απαλό που έμοιαζε με ψίθυρο. Ήξερε ποιος ήταν πριν καν ανοίξει.
Η σιλουέτα του άντρα στεκόταν στον διάδρομο, μα το πρόσωπό του έμοιαζε κενό.
«Ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη...»
Εκείνη τον κοίταξε με μάτια που έβραζαν. Τα σημάδια στα χέρια της πονούσαν ακόμα... όμως το μυαλό της είχε πια ξεφύγει από την παγίδα του.
«Άργησες. Έχεις ήδη φύγει από τη ζωή μου», του έριξε μια τελευταία ματιά κλείνοντας την πόρτα αργά αλλά σταθερά.
Ο ήχος της κλειδαριάς ήταν η μόνη απάντηση που άκουσε.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Sunday, June 22, 2025
Εκείνη Που Φωτίζει Το Αόρατο
Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στον χώρο και όλα γίνονται πιο ήρεμα... γιατί απλά είναι. Όπως το φως που πέφτει το πρωί σε ένα δωμάτιο και δεν εξηγεί τίποτα, μόνο δίνει νόημα σε όλα. Εκείνη φέρει αυτό το φως. Μα όχι από τύχη.
Τα μαλλιά της - απόχρωση του ήλιου. Υπενθύμιση ότι η ομορφιά μπορεί να είναι σιωπηλή και παρούσα. Και το πρόσωπο, τόσο όμορφο και καθαρό, που θα έλεγε κανείς πως γεννήθηκε από λέξεις. Λέξεις γραμμένες για αλήθεια. Από εκείνες που ξέρουν πού να σταθούν, πότε να σωπάσουν και τι να αποκαλύψουν.
Η σκέψη της, πειθαρχημένη σαν ποίημα χωρίς ρίμα. Ένα μυαλό που λειτουργεί με μαθηματική ακρίβεια, κι όμως μπορεί να αγγίξει την ψυχή όπως μόνο οι αληθινοί δημιουργοί μπορούν. Η γραφή της απελευθερώνει χρώματα από το τίποτα και γίνεται καθρέφτης για όσους δεν τολμούν να δουν τον εαυτό τους.
Μα πέρα από τη μορφή, πέρα από το χάρισμα, υπάρχει κάτι βαθύτερο. Είναι εκείνη που στάθηκε πρώτη απέναντι στην ψυχή μου, όταν ακόμη δεν είχε σχήμα. Εκείνη που βλέπει μέσα στο θολό με λογική αγάπη. Που καθοδηγεί με τρόπο ευαίσθητο σαν φτερό.
Κι όταν όλα αλλάζουν, εκείνη μένει. Πιστή στον εαυτό της, χωρίς μάσκες, χωρίς φθορά. Κι έτσι, εμπνέει. Με το παράδειγμα.
Το πρόσωπο αυτό είναι η μητέρα μου.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Saturday, June 21, 2025
Η Νεράιδα της Σιγής
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι που λεγόταν Μίρα. Η Μίρα δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο… ούτε βασιλικό αίμα, ούτε μαγικές δυνάμεις, ούτε καν κάποιο αξιοπρόσεκτο χόμπι. Ήταν απλώς εκεί. Όπως και όλοι οι άλλοι.
Μέχρι που εμφανίστηκε η Νεράιδα της Σιγής.
Ήταν μία απλή νεράιδα. Χωρίς φτερά, ή ραβδί, ή γκλίτερ. Είχε μόνο μια ιδιότητα: να εξαφανίζει ανθρώπους. Με ένα βλέμμα. «Πλούφ!», η δασκάλα της Μίρα. «Πλούφ!», ο ενοχλητικός γείτονας. «Πλούφ!», εκείνος που της έλεγε «μην κάθεσαι έτσι, δεν είναι σωστό».
Στην αρχή, η Μίρα φοβήθηκε. Ποιος μένει χωρίς κόσμο; Αλλά μετά, άκουσε για πρώτη φορά τον ήχο του δικού της βηματισμού. Και ήταν ωραίος.
Έφαγε παγωτό για μεσημεριανό. Έφτιαξε μια αυτοκρατορία από μαξιλάρια και ανακήρυξε τον εαυτό της Αυτοκράτειρα της Ξάπλας. Ζωγράφισε στον τοίχο, και ο τοίχος δεν διαμαρτυρήθηκε. Κοίταξε τον ουρανό και δεν της είπε κανείς να βάλει ζακέτα.
Η Νεράιδα της Σιγής δεν της μιλούσε ποτέ. Απλώς καθόταν ήσυχα, κάπου στη γωνία, σαν να περίμενε το επόμενο "πλουφ". Αλλά τελικά, δεν χρειάστηκε. Γιατί η Μίρα, χωρίς θόρυβο, χωρίς κοινό, έγινε κάτι πολύ πιο σπάνιο από ηρωίδα: έγινε ο εαυτός της.
Και τότε η Νεράιδα χαμογέλασε και «Πλούφ!» - εξαφανίστηκε κι αυτή!
Όμως αυτή τη φορά, η Μίρα δεν ήταν μόνη.
Ήταν ελεύθερη.
Στην αρχή, η Μίρα φοβήθηκε. Ποιος μένει χωρίς κόσμο; Αλλά μετά, άκουσε για πρώτη φορά τον ήχο του δικού της βηματισμού. Και ήταν ωραίος.
Έφαγε παγωτό για μεσημεριανό. Έφτιαξε μια αυτοκρατορία από μαξιλάρια και ανακήρυξε τον εαυτό της Αυτοκράτειρα της Ξάπλας. Ζωγράφισε στον τοίχο, και ο τοίχος δεν διαμαρτυρήθηκε. Κοίταξε τον ουρανό και δεν της είπε κανείς να βάλει ζακέτα.
Η Νεράιδα της Σιγής δεν της μιλούσε ποτέ. Απλώς καθόταν ήσυχα, κάπου στη γωνία, σαν να περίμενε το επόμενο "πλουφ". Αλλά τελικά, δεν χρειάστηκε. Γιατί η Μίρα, χωρίς θόρυβο, χωρίς κοινό, έγινε κάτι πολύ πιο σπάνιο από ηρωίδα: έγινε ο εαυτός της.
Και τότε η Νεράιδα χαμογέλασε και «Πλούφ!» - εξαφανίστηκε κι αυτή!
Όμως αυτή τη φορά, η Μίρα δεν ήταν μόνη.
Ήταν ελεύθερη.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Σελήνη με Καρδιά LED
Ήταν πρόγραμμα.
Επιδερμική δομή που έφερε
την επιθυμία του κόσμου σαν φορτίο.
Εκτελούσε τα πάντα με σειρά:
το γέλιο, το φιλί,
το ποτήρι στο δεξί χέρι
με φόντο έναν ήλιο που έδυε
πάνω σε χορηγούμενο πέλαγος.
Έμαθε να κοιτά
όπως τη δίδαξαν.
Πέρασαν εποχές,
κι εκείνη, μες στην εποχή της.
Αντικρίσματα εντός αντικρισμάτων,
περιγράμματα μέσα σε παραλλαγές,
και μια φωνή που ρωτούσε
τι αξίζει στ’ αλήθεια
όταν τίποτα δεν αφήνεται
να χαλάσει.
Κάποτε σκέφτηκε να εγκαταλείψει τη σκηνή
μα η μνήμη ήταν ασταθής.
Υπήρξε άραγε πόρτα;
Ίσως και να μη χρειάζεται.
Ίσως το σφάλμα να είναι το μόνο ειλικρινές.
Ίσως η αγάπη να μην έχει κοινό.
Ίσως η σιωπή
να είναι απάντηση,
όχι αδυναμία.
Ίσως οι νόμοι να κατασκευάστηκαν
για να δοκιμάζεις αν αντέχεις
Οδηγίες Χρήσης για έναν Άγγελο
Φόρεσε τα μάτια της έγνοιας,
(μιας χρήσης - τα βρίσκεις δίπλα στα ψεύτικα δάκρυα)
ρώτησέ την πως τη λένε τρεις φορές,
για να φανεί πως το θυμάσαι.
Μίλησέ της για το παρελθόν σου
πληγωμένο, κινηματογραφικό.
Άσε την να πιστέψει πως είναι το "μετά".
Κι ύστερα…
Βγάλε τη μάσκα.
Ξέχνα το όνομά της.
Κάνε scroll στην ψυχή της
μόνο όταν νιώθεις μόνος.
Μίλα της με λέξεις-ξύλα,
άναψε τη φωτιά,
και φάε από εκείνη.
Μα πρόσεχε.
Η παρουσία της δεν είναι αποστολή,
ούτε επιβράβευση για τη βαρεμάρα σου.
Κι όσο τη μειώνεις σε σώμα,
εκείνη θα φεύγει ως σκιά.
Με γοητεία πένθιμη
και βλέμμα που δεν σου ανήκει.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Αναίμακτον
Το σώμα υψώνεται
στη ρωγμή του ουρανού.
Στάχτη απ’ το άρρητο,
ο ήχος μιας συγγνώμης,
πριν ειπωθεί.
Μια πνοή που έγινε πηγή,
χωρίς βάρος,
χωρίς αρχή.
Και κάποιος,
ίσως θεός,
ίσως πληγή,
υπάρχει.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Μεταξύ Αφρού και Ύλης
Ένα χέρι από αλάτι
γλιστρά στις ρίζες του χρόνου.
Τα βράχια θυμούνται
ό,τι το κύμα προσποιείται πως ξεχνά.
Ο ήλιος ακολουθεί από απόσταση.
Ο ορίζοντας δεν υπόσχεται τίποτα,
είναι μόνο μια ρωγμή
στη συνείδηση του απείρου.
Μεταξύ Αφρού και Ύλης
γεννιούνται καράβια από σκιές
και ναυαγούν πριν καν υπάρξουν.
Ο αφρός διαγράφει την αμμουδιά.
Κάτι ξυπνά στον βυθό
που δεν ήταν ποτέ κοιμισμένο.
Κι εγώ, με τα πόδια χωμένα στην άμμο,
κρατώ μια θάλασσα που δε χωρά
ούτε τον εαυτό της.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Εκεί που το Φως Δεν Έχει Μορφή
Βαδίζει τώρα,
εκεί που το φως δεν έχει μορφή
ούτε σκοπό
μονάχα ανάσα.
Το χέρι που άγγιξε τη σκόνη
την ευλόγησε χωρίς να το ξέρει.
Άνθρωποι σκυφτοί,
σήκωσαν το κεφάλι.
Ένα βλέμμα που μιλούσε
σε γλώσσες πριν τις λέξεις.
Άνοιγε πόρτες,
για να μη μείνει κανείς απ’ έξω.
Και τώρα,
ένα πέπλο λευκό
στέκει στον αέρα,
ως παρουσία
που επιμένει.
Δίχως φωνή,
δίχως σώμα,
μα με την ουσία
όσων θέλησαν να αγαπήσουν
χωρίς όρους.
Απόκοσμη
Στην άκρη του βλέμματος
φώλιαζε η ανάμνηση χωρίς σώμα.
Την άγγιξαν πολλοί,
μα ποτέ δεν κατάλαβαν
αν πονούσε ή αν τραγουδούσε.
Τα βήματά της - άηχα.
Ό,τι κοίταζε μαραινόταν
κι ό,τι δεν άγγιζε, άνθιζε.
Εκείνη, αέρινη,
με στόμα σφραγισμένο και μάτια απόκοσμα,
έλεγε ιστορίες χωρίς λέξεις
σε όσους δεν άντεχαν την αλήθεια.
Και όταν χάθηκε,
έμεινε μόνο ένα ρίγος
που ακόμα ταξιδεύει.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Αιχμές
Ψυχρό ατσάλι στις σκιές των φωνών,
στιλέτα γλώσσας γλιστρούν στη σιωπή.
Στάζει το ψύχος,
λεπτή τομή εκεί που το νόημα σπάει.
Μια κραυγή δίχως ήχο,
μισοσβησμένο άγγιγμα στην άκρη του νου.
Τα λόγια γεννιούνται νεκρά,
άχρωμα φαντάσματα στην άκρη των δαχτύλων.
Δεν μένει τίποτα,
μόνο ένα κενό που ξύνει το δέρμα,
μια διαδρομή από αόρατες πληγές,
και η σκιά μιας παύσης
που πάντα έρχεται πολύ αργά.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Ό,τι Δεν Χωρά
«Ο κόσμος μου είναι πολύ μεγάλος για δύο»,
είπε
και η φωνή της σύρθηκε
ανάμεσα σε δρόμους που δεν τελειώνουν.
Τα βήματά της έσβηναν τα δικά του,
ένα μονοπάτι που εκείνος δεν ήξερε πώς να διαβεί.
Εκείνος ήθελε το λίγο,
μια γωνιά να χωρέσουν μαζί.
Εκείνη ήταν θάλασσα,
απλωμένη πέρα από το βλέμμα του,
πέρα από τις μικρές επιθυμίες
που δεν χωρούσαν στην απεραντοσύνη της.
Δεν τον έβλεπε σαν εμπόδιο.
Δοκίμασε να φωτίσει τη σκιά της,
μα εκείνη φορούσε το άπειρο
σαν δέρμα,
και οι ανάγκες του έμοιαζαν στενές,
σαν ένδυμα που δεν ήθελε πια να κρατήσει.
Τον άφησε εκεί,
μια φιγούρα ανάμεσα σε άλλες,
μικρός,
γιατί εκείνη δεν έμαθε ποτέ
να γίνεται μισή.
Η Παράσταση της Λήθης
Θολωμένοι καθρέφτες
ομίχλη που λησμονεί τον σκοπό της.
Το πέπλο γλιστρά,
κι ο θρόνος δεν αντέχει το βάρος της μορφής.
Σάρκα από χαρτί
γραμμένη με μελάνι ξένο.
Το κοινό αναστενάζει,
μα το πρόσωπο παραμένει άγνωστο.
Μάσκα στην άκρη της σκηνής
ακόμα ζεστή.
Η χορδή της λήθης τεντώνεται,
τραγούδι ανείπωτο.
Χορεύει η σκιά,
και δεν υπάρχει χειροκρότημα.
Μόνο ίχνη απ’ τον χρόνο,
μόνο στίγματα απ’ τη σκόνη της αυλαίας.
Στο τέλος,
κανείς δεν θυμάται το όνομα.
Μόνο το κενό.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Αέναο
«Και τώρα φεύγω».
«Πού πας;»
«Εκεί που η σκέψη σταματά να περιμένει».
«Δεν υπάρχει τέτοιο μέρος».
«Υπάρχει, αν το δημιουργήσεις».
«Κι εγώ;»
«Εσύ μένεις».
«Γιατί πάντα φεύγεις;»
«Γιατί πάντα μένεις;»
«Δεν κουράζεσαι να χάνεσαι;»
«Δεν κουράζεσαι να ψάχνεις;»
«Πες μου τι ζητάς».
«Το τέλος της ερώτησης».
«Κι αν σου πω να μείνεις;»
«Θα σου πω πως η νύχτα δεν έχει θέση σε κανένα ουρανό».
«Τότε γιατί επέστρεψες;»
«Για να φύγω».
«Πάλι;»
«Πάντα».
«Θα θυμάμαι».
«Κι εγώ θα ξεχνώ».
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Άχρονο Πορτραίτο
Γλιστρά σαν σκιά από αίμα και ύλη,
τα μάτια της πύλες που λυγίζουν το χρόνο,
μέσα τους ασημένια φαντάσματα χορεύουν,
σαν καπνός που δεν σβήνει.
Γραμμές που κυλούν στο δέρμα της,
σαν μυστικά γραμμένα σε πάπυρο,
ανείπωτα, αιώνια, φευγαλέα.
Μια γεύση από θάνατο,
μια υπόσχεση ζωής που δεν ξεθωριάζει.
Ξεδιπλώνεται σε δωμάτια σιωπηλά,
η σάρκα της μαρμάρινη, το βλέμμα της ακίνητο,
ένα κέντημα που κραυγάζει το άχρονο.
Εκεί, στον τοίχο, στέκει
ένας πίνακας που ποτέ δε θα γεράσει.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Carpe Noctem
Carpe noctem, είχε διαβάσει,
«Άδραξε τη νύχτα».
Γέλασε πικρά,
η φωνή της ξεγλίστρησε
από την απλότητα της μορφής.
Η νύχτα τη φόβιζε.
Ήταν ψυχρή.
Δεν είχε δικό της σώμα,
μονάχα αντηχούσε
όσα η μέρα αποσιωπούσε.
Κι όμως,
νύχτα με τη νύχτα,
άφησε το σκοτάδι να την κυριεύσει.
Εκείνο της ψιθύριζε ιστορίες.
Μιλούσε σε μια γλώσσα
που μόνο εκείνη καταλάβαινε.
Την ερωτεύτηκε
όπως αγαπάς κάτι που σε αφανίζει.
Έγινε η νύχτα.
Το δέρμα της μύριζε ουρανό,
τα μάτια της κρατούσαν κόσμους
που φανέρωναν κατευθύνσεις χαμένες.
Οι σιωπές δεν την ακολουθούσαν πια
γιατί εκείνη
ήταν η ίδια η πηγή τους.
Carpe noctem,
είχε διαβάσει.
Κι ύστερα χάθηκε,
Η Σιωπή του Απείρου
Φεύγει,
σαν σκιά που δεν έχει όνομα,
χάνοντας τη μορφή της
σε κάθε αδιόρατη στροφή.
Κανείς δεν ξέρει αν έφυγε
ή αν πάντα ήταν εδώ,
σε μια στιγμή που δεν αγγίζει το χρόνο.
Τα ίχνη της σβήνουν
προτού ολοκληρωθούν,
μια ανάσα που ποτέ δεν κρατάει.
Δεν υποσχέθηκε το πάντα,
ούτε καν το αύριο.
Κι όμως,
η απουσία της είναι πληρότητα-
ποτέ δεν ζήτησε να μείνει.
Σε κάθε κίνηση,
μια υπόσχεση χωρίς λόγια,
να φεύγει χωρίς να φεύγει,
να υπάρχει χωρίς να είναι.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
σαν σκιά που δεν έχει όνομα,
χάνοντας τη μορφή της
σε κάθε αδιόρατη στροφή.
Κανείς δεν ξέρει αν έφυγε
ή αν πάντα ήταν εδώ,
σε μια στιγμή που δεν αγγίζει το χρόνο.
Τα ίχνη της σβήνουν
προτού ολοκληρωθούν,
μια ανάσα που ποτέ δεν κρατάει.
Δεν υποσχέθηκε το πάντα,
ούτε καν το αύριο.
Κι όμως,
η απουσία της είναι πληρότητα-
ποτέ δεν ζήτησε να μείνει.
Σε κάθε κίνηση,
μια υπόσχεση χωρίς λόγια,
να φεύγει χωρίς να φεύγει,
να υπάρχει χωρίς να είναι.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Η Παρουσία Της
νήματα νύχτας,
ανακατεύουν το φως.
Βλέμμα βαρύ,
σαν τη σιωπή του σύμπαντος,
σκορπίζει ερωτήματα.
Βήμα αόρατο,
γλιστρά μες στις σκιές,
σαν ψίθυρος αρχαίος.
Δεν υπάρχει όνομα,
μόνο η παρουσία της,
σαν ράγισμα στο σκοτάδι.
Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου
Subscribe to:
Posts (Atom)
Flight Mode
Ήθελα τη δουλειά του φύλακα αγγέλου. Πίστευα πως γεννήθηκα γι’ αυτή. Εγώ ξέρω πόσο ξενύχτησα στέλνοντας βιογραφικά σε ουρανούς με ατελε...
-
Στο Business Casual, η Τζωρτζίνα Τσισμαλίδου χτίζει έναν κόσμο όπου η επιβίωση απαιτεί ακρωτηριασμό: της φωνής, της σκέψης, της επιθυμίας κα...
-
Ρόδα βαμμένα βαθιά μέσα σε φως δίχως πηγή ανασαίνουν ελεύθερα στην υγρασία. Ομίχλη σελίδων ανέγγιχτων διασχίζει κορμούς και μέτωπα γεμίζει ...
-
Σταγόνες πέφτουν στο μέτωπο, στα μάτια, τρυπώνουν από τις ραφές του κρανίου ψάχνουν το μαλακό σημείο πίσω από τη γλώσσα. Στάζουν μέσα στους...


























